Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Η Ανησυχία





Κοίταξε να δεις μια ανησυχία κι απόψε.
Μην κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι κι αύριο έχει κάτι αλλάξει, μην έχει φύγει, εξατμιστεί. Λιγοστέψει.
Αλλάξει γνώμη.
Κοίτα να δεις ένα πρόβλημα, να μετρώ τις κουβέντες και το βλέμμα σου και να φοβάμαι μη χάσω ούτ’ ένα.
Μην κάποιο μου φανεί αλλιώτικο. Μην κάποιο δεν είναι εσύ, με τον τρόπο που σε ξέρω και που σ’ έχω μάθει.
Να κρατώ τα χέρια σου και να ψηλαφίζω τον παλμό σου, να δω αν συνεχίζεις να χάνεις εκείνον τον έναν που χάνεις όταν κάτι σου πω.
 Όταν κάτι σου πω που σ’ αρέσει.
Σε μετράω με το ένστικτό μου για να δω αν συνεχίζεις να χάνεις κάτι από σένα, κάθε μέρα, για να μου το δίνεις, δικό μου. Για να σιγουρευτώ ότι δε κοιμίζεις την καρδιά σου την ώρα της μοιρασιάς.
Τι πήρε ο ένας, τι έδωσε ο άλλος… Μια συναλλαγή ενηλίκων με μια λαχτάρα, με μια απαίτηση παιδική.
Δεν σταματώ ποτέ να σε παρατηρώ. Να μην διαφύγει κανένα σου συναίσθημα και καμιά του διακύμανση της απεριόριστης, αμέριστης προσοχής μου σε εσένα. Είμαι εκεί, με κάθε τι από πάνω μου που μπορεί και νιώθει και μετράω, μετράω,
μετράω
Κι όταν φοβάμαι πως χάνω κάτι απ’τα κεκτημένα μου στο μέτρημα, να΄ μαι να νιώθω το ίδιο μούδιασμα του πρώτου καιρού, το πάγωμα εκείνο, τα γνωστά παλιά μου γόνατα έχω τότε, όπως κι απόψε.
Όπως τότε που καθημερινά ανησυχούσα για την επόμενη μέρα μας.
Κοίτα λοιπόν να δεις μια ανησυχία ξαφνική… μην ξυπνήσω το πρωί και έχει ωστόσο συμβεί σε εμένα, σε εσένα, στο σπίτι, στον κόσμο μας,
να μη με αγαπάς πια.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Να βγάζεις τη μάσκα σου όταν μου μιλάς


m e n t e ú n i c a https://youtu.be/qjXMdWxlFcU ∞ g l o b a l ∞ i n m i n e n t ∞ a w a k e n i n g ∞ m e n t e ∞ c o l e t i v a ∞:


Κανείς δεν λυπάται για τις από καιρό φορεμένες μάσκες  ορισμένων ανθρώπων που πέφτουν κάτω και σπάνε σε χίλια κομμάτια και αχρηστεύονται. Το πρόβλημα είναι το πρόσωπο που μένει εκτεθειμένο, με μία έκφραση γνώριμη, αλλά όχι ίδια μ’ αυτή που εσύ το είχες τόσο καιρό καταχωρημένο στο μυαλό σου. Όταν βγει η μάσκα μένει κανείς σχεδόν αγνώριστος.

Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν γνώριζες όλες του τις πλευρές, τις εκφάνσεις, τελικά. Ή ίσως, χειρότερα, ότι ό, τι ήξερες για εκείνο το πρόσωπο, εκείνο το σύνολο σώματος και πνεύματος με το οποίο έχεις αμέτρητες κατά τ’ άλλα αναμνήσεις, δεν ισχύει πια. Μπορεί και να μην ίσχυε ποτέ έτσι κι αλλιώς από την αρχή.


Ο καθένας σε φάσεις της ζωής του δικαιούται μία μάσκα, είναι κι απαραίτητη σε κάποιες περιπτώσεις. Οι μάσκες δουλεύουν παριστάνοντας κάτι που δεν είμαστε εμείς, προβάλλουν μία καλύτερη εκδοχή μας, αυτό είναι φτιαγμένες να κάνουν. Να μας καμουφλάρουν για να μας προστατεύουν από την αδιακρισία, το ποδοπάτημα της εκμετάλλευσης, τη χαιρεκακία. Κι έτσι είναι χρήσιμες.


Δεν τις δικαιούνται όμως όσοι τις χρησιμοποιούν αθέμιτα, για να κρύψουν πίσω τους την αθλιότητα μίας κακίας, ζήλιας, μισαλλοδοξίας και γρουσουζιάς. Όσοι προσπαθούν να ξεγελάσουν για  να χαλάσουν, να επηρεάσουν, να πλησιάσουν άλλους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους ήθελαν δίπλα τους. Όχι για να καμουφλάρουν τα ανήσυχα μάτια τους όταν οι άλλοι πετυχαίνουν κάτι… Όχι για να σε κάνουν να τους βάλεις στην καρδιά σου.


Γιατί μόλις βάλεις στην καρδιά σου έναν άνθρωπο με μάσκα, είναι σαν να ‘βαλες στο σπιτικό σου έναν Δούρειο Ίππο: κάποια στιγμή θα ξεχυθεί σε κάθε γωνιά της πραγματικότητας ένας ξένος επικίνδυνος, γιατί σε ξέρει καλά, ξέρει τις συνήθειες και τις αδυναμίες σου, τις σκέψεις και τους φόβους σου, και θα τα εκμεταλλευτεί για να ταίσει αυτό που τον κάνει και τρώει τα νύχια και τα δάχτυλά του, αυτή την τάση του να υπερέχει, να έχει κι αυτός ό, τι κι εσύ και να είναι όσα είσαι εσύ που νομίζει ότι από εκείνον λείπουν. Γιατί τέτοια εμπιστοσύνη κι εκτίμηση έχει στην πραγματικότητα για τον εαυτό του. Καμιά.


Κι έτσι, έχοντας φύγει η μάσκα, μένεις είτε να προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα, περισσότερο  για να μην αναγκαστείς να παραδεχτείς την κακή σου επιλογή και κρίση, είτε να προσπαθείς να μαζέψεις απ’ ολόγυρα τα κομμάτια της διαλυμένης σου εμπιστοσύνης, που σαν μικροσκοπικά τζαμάκια έχουν σκορπιστεί παντού και τα πατάς και ματώνεις συνεχώς, ξανά και ξανά.


Όσο για τους άλλους, αυτούς που επιτέλους συστήθηκαν, δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να σκέφτονται ή να νιώθουν πια, τι γίνονται στο τέλος και τι τους συμβαίνει. Κάπου διάβασα ότι δεν μπορείς να βγάλεις μία μάσκα που φοράς για καιρό χωρίς να ξεκολλήσει μαζί και ένα κομμάτι από το δέρμα σου.


Ίσως δεν με ενδιαφέρει και τόσο να μάθω.


Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Δύσκολες Σκέψεις για Βραδινό





Τα πρωινά δεν έχουμε ταυτότητα. Για ελάχιστες στιγμές αφότου ανοίξουν τα μάτια μας είμαστε κενοί, άδειοι από εαυτό, είμαστε απλώς ένα σώμα που βγήκε απ’την κατάσταση του ύπνου και ξεκινά πάλι και λειτουργεί πιο έντονα. Για ελάχιστες στιγμές δεν είμαστε συγκεκριμένοι, είμαστε σκόρπιοι και χύμα, κουκουλωμένοι με παπλώματα απ’τη νύχτα που πέρασε σαν να τη φοβόμαστε και ζητάμε να της κρυφτούμε.

Είναι σαν να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι, είμαστε το είδος μας, το ευαίσθητο αυτό που έχει ανάγκη να κατεβάζει ρολά. Κι όταν τα ανοίγει θαμπώνεται απ’το φως και το μυαλό του ηλεκτρίζεται και κολλάει, δεν υφίσταται ο χορός των σκέψεων η μία μετά την άλλη. Για λίγο. Κι ύστερα υφίσταται.

Κι αφού περνάει η αμνησία των ελάχιστων κλασμάτων του δευτερολέπτου στα οποία συμβαίνουν τα παραπάνω, θυμόμαστε ξαφνικά ποιοι είμαστε και α, ναι, πως σε εκείνο το σημείο το αφήσαμε την προηγούμενη. Ώρα να σκαρφαλώσουμε στη νέα μέρα που ήρθε, συνειδητά πια.

Κι αυτό το «συνειδητά», που το χάνουμε στον ύπνο μας και το ξαναβρίσκουμε κάθε πρωί, είναι σαν να ζωγραφίζει έναν πίνακα στο μυαλό μας ο οποίος με σχήματα κατάλληλα και με χρώματα αναπαριστά την ταυτότητά μας, όσα είμαστε, όσα ξέρουμε, όσα έχουμε κάνει. Αυτή η συνείδηση του ποιοι είμαστε εμείς που υπάρχουμε μέσα από το σώμα που ενσαρκώνει την ουσία μας, μας συναντά κάθε πρωί. Κάθε πρωί. Πάντα ξαφνικά.

Σκέφτομαι απόψε,  ας είμαστε άνθρωποι τέτοιοι που να μας ενθουσιάζει η προοπτική να ζούμε ως ο εαυτός μας την κάθε μέρα που ξημερώνει. Ας είμαστε περήφανοι για ό,τι είμαστε, για εκείνο ως το οποίο θα συστηθούμε στο σώμα μας το πρωί. Ας είμαστε αυτοί που το σώμα μας θα ήθελε να αντιπροσωπεύει. Ας συναντάμε κάθε πρωί μετά τις στιγμές "αμνησίας" έναν εαυτό που θ' ανακουφίζει τη συνείδησή μας.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Μια φορά μια γειτονιά...


Michael Faudet. For some reason this makes me think of the 4400... I miss that show!:




[ Βαθιά Προσωπικό ]

Νιώθω ήδη, στα 23 μου, χωρίς να έχω μεγαλώσει τόσο ώστε να μελαγχολώ ευκολότερα στη σκέψη των μικρών μου παιδικών χρόνων, πως η γειτονιά στην οποία ανατράφηκα εν πολλοίς με αποτελεί. Τη νιώθω μέσα μου, τη φέρνω βόλτες από το μυαλό μου συνέχεια, εικόνες τρέχουν στη σκέψη μου και στροβιλίζονται κι εγώ ξέρω πως με χρειάζεται να την επισκεφτώ για να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν άλλαξε. Δεν ξέρω μήπως βέβαια, εγώ είμαι εκείνη που χρειάζεται να βεβαιωθεί γι’ αυτό. Πως όλα είναι εκεί…

Η γειτονιά μας είναι παραθαλάσσια και ελάχιστα παραέξω από το κέντρο της πόλης μας, τα Χανιά μας. Παλιότερα, σε χρόνους που πρόλαβα κι εγώ, η φουρνιά των παιδιών του ’90, ήμασταν σχεδόν μόνοι μας εκεί: εμείς και η μονοκατοικία μας όπου έμεναν και ο παππούς και η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου κι ύστερα δέντρα, χωράφια, πρασινάδα, έρημοι δρόμοι και ο Θεός. Κάτι άλλαζε τα καλοκαίρια βέβαια, που κάτι περισσότερο κινούταν χάρη στον τουρισμό και τα ξενοδοχεία της περιοχής μας που άνοιγαν να τον υποδεχτούν.

Θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, στο δωμάτιό μου, και να ακούω απ’ τ’ ορθάνοιχτό μου παράθυρο τις ζεστές, υγρές νύχτες του καλοκαιριού που η παιδική μου έξαψη και τα κουνούπια δεν με άφηναν να κοιμηθώ, Κρητικά να παίζονται από κάποια ορχήστρα σε ένα κατά τ’ άλλα ήρεμο ξενοδοχείο απέναντι απ’ το σπίτι μας και ξένοι να χτυπούν παλαμάκια και να σφυρίζουν στο συγκρότημα που, φανταζόμουν εγώ, θα χόρευε κιόλας…

Αργότερα όμως, η ανάπτυξη δεν μας άφησε κι εμάς ανέπαφους. Χτίστηκαν πολλά σπίτια γύρω μας, άνοιξαν επιχειρήσεις, σούπερ μάρκετ, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία, βενζινάδικα και ένα τεράστιο Jumbo που ήταν λες και μας σύστησε στον πολιτισμό: τράβηξε όλη την πόλη εκεί, ειδικά μετά την πρώτη χρονιά με Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, καλοκαίρι και Σεπτέμβρη με σχολικά, ξαφνικά όλοι γνώριζαν το όνομα της περιοχής μας, γεγονός που μου έλυσε λίγο τα χέρια, γιατί σαν παιδί δεν μπορούσα ποτέ να πω πού μένω και κάποιος από τους συνομήλικούς μου να καταλάβει πού εννοώ ότι βρίσκεται το σπίτι μου.

Παράπονο το’ χα και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είχε γίνει και η γειτονιά μας δεν είχε παιδιά. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα πως φυσικά και είχε παιδιά. Απλά έμεναν στα σπίτια τους, φοβόντουσαν οι μαμάδες και οι μπαμπάδες να τ’ αφήσουν αλιμπερτά στον δρόμο, μην περνούσε και κανένα αμάξι, μη συνέβαινε κανένα κακό.

Ωστόσο σε όσα πραγματικά το έλεγε η ψυχή τους, δεν άφηναν την καρδιά τους χωρίς παιχνίδια: έβρισκαν τους τρόπους τους να ξεπορτίζουν κρυφά και να κυνηγιούνται ύστερα, να κάνουνε ποδήλατα ή να τρέχουνε πάνω κάτω μέχρι τελικής πτώσεως.

Τέτοιο παιδί ήταν κι ο αδερφός μου, ο έναν χρόνο μικρότερος από εμένα. Μεγαλώσαμε σαν δίδυμα με τον Βαγγέλη και τότε δεν καταλάβαινα ότι στην πραγματικότητα δεν μεγαλώναμε σαν αδέρφια κοντινά στην ηλικία «πράγμα που είναι καλό για τα παιδάκια γιατί έχουν κάποιον να παίζουν» όπως θα έλεγαν όσοι δεν έχουν νιώσει την ουσία του να έχεις αδέρφια στο πετσί τους, αλλά μεγαλώναμε σχεδόν ως μονάδα, ως ένας άνθρωπος. Οι γονείς μας αντιμετώπιζαν μάλλον απολύτως ως έπρεπε και το αποτέλεσμα ήταν να μην έχουμε ποτέ κάτι ο ένας να ζηλέψει στον άλλον ή λόγο για να κακιώσει, κι έτσι ήμασταν σύντροφοι ο ένας του άλλου, ο ένας η προέκταση του άλλου στα πάντα, πάντοτε.

Παίζαμε λοιπόν στη γειτονιά, ήμασταν φίλοι! Κάναμε ποδήλατα και τρέχαμε πάνω κάτω, παίζαμε και στην αυλή μας, κάναμε τον γύρο της ξανά με τα ποδήλατα όταν ο μπαμπάς μας έπαιρνε χαμπάρι και δεν μας άφηνε να βγούμε έξω απ’ αυτήν, παίζαμε ακόμα και ρακέτες στην αυλή: το μπαλάκι μα ς βέβαια έπεφτε πολλές φορές στην πόρτα της προγιαγιάς μας, της γιαγιάς της Χρύσας, που έμενε κι εκείνη σε ένα τμήμα του σπιτιού μας που τότε είχε τρία σπίτια. Φώναζε η γιαγιά, έβγαινε έξω όπως όπως κι εμείς κρυβόμασταν σκασμένοι από τα γέλια, νομίζοντας πως όντως δεν καταλαβαίνει ότι ήμασταν εμείς που το κάναμε… λες και θα μπορούσαν να ήταν άλλοι!

Μπαίνοντας εγώ στην προεφηβεία, άρχισε να μη μου κολλάει το παιχνίδι στη γειτονιά με τον Βαγγέλη, ηρέμησα, την ώρα που εκείνος έμπαινε σε μία φάση της ζωής του με περισσότερη ενέργεια από ποτέ. Εκείνος γράφτηκε και στην ποδηλασία επισήμως, στους αγώνες της οποίας διέπρεπε, καθώς όντως, όπως έλεγαν οι δικοί μας «δεν μπορούσε να σηκώσει τον πισινό του από τη σέλα» ! Εγώ έμενα περισσότερο στο σπίτι τότε και γνώρισα τον κόσμο των βιβλίων… διάβαζα, διάβαζα, μέρα νύχτα διάβαζα, τα μεσημέρια του καλοκαιριού έβγαινα στο μπαλκόνι μας και διάβαζα, τελείωνα το ένα βιβλίο μετά το άλλο, γέμιζα τη βιβλιοθήκη μου με χρωματιστά εξώφυλλα και καμάρωνα.

Και η γειτονιά μας εκεί, αρωγός και επιβλέπουσα σε όλες μας τις κινήσεις, όπως κι αν εξελισσόμασταν, εμείς κι εκείνη μαζί. Εμείς να τρέχουμε προς την παραλία μεθυσμένα απ’τη θέρμη του καλοκαιριού μόνα ή με τους φίλους μας, εκείνη να φροντίζει να μην πάθουμε κακό σαν μεγάλη μάνα, σαν Παναγιά. Εμείς να περιμένουμε το σχολικό για να πάμε στο σχολείο τους χειμώνες, εκείνη να προσπαθεί να μη βρέχει, ή να μαλακώνει λίγο το υγρό της κρύο… Εμείς να σκαλίζουμε το Τούρκικο σπίτι παραδίπλα απ’το δικό μας, το «ερείπιο» όπως το είχαμε μόνοι μας ονομάσει, να κάνουμε μέσα εξορμήσεις και να γκρεμίζουμε τους εσωτερικούς του τοίχους με πέτρες για να μπορέσουμε να εξερευνήσουμε τα δωμάτιά του με περισσή περιέργεια και φόβο μαζί, εκείνη να φροντίζει να μην πέσει τίποτα στο κεφάλι μας και μας το ανοίξει για τα καλά.

Η γειτονιά εκεί, να ζητάει συγγνώμη για τις γρατζουνιές στα γόνατά μας και να τα φιλάει να ‘γιάνουν με τα πιο ζεστά ηλιοβασιλέματα. Εκεί, να καλύπτει τις σκανταλιές και να μας βοηθάει να τις μπαλώνουμε όπως όπως. Εκεί, να φυλάει τα μυστικά μας!

Ως μεγαλύτεροι, τόσο ο Βαγγέλης όσο κι εγώ την αγαπήσαμε ακόμα περισσότερο μέσα από τις αναμνήσεις μας. Περισσότερο συνειδητά τώρα και με μελαγχολία, με νοσταλγία. Δεν υπάρχει σημείο της να μην έχει μια δική μας ιστορία να πει, να μη μας έχει δει να κάνουμε κάτι. Κοιτάζω τις άκρες των δρόμων σήμερα και μας βλέπω να πηγαίνουμε βόλτα τον Ερμή, το αγαπημένο κόκερ μας που ζει ακόμα στα 15 του χρόνια. Μας βλέπω να ταΐζουμε μουριόφυλλα τη Φρόσω, την κατσίκα κάποιου γεράκου που την έδενε στο χωράφι απέναντι από το σπίτι μας, στο χωράφι ανάμεσα στη μονοκατοικία μας με τον παππού και τη γιαγιά και το ξενοδοχείο με τα Κρητικά και τα παλαμάκια που αντιλαλούσαν τα βράδια του καλοκαιριού…

Τόσες και τόσες αναμνήσεις. Απόγευμα καλοκαιριού πάλι κάτω από τον ουρανό, ο μπαμπάς να καθαρίζει αχινούς με το μαγιό κι εγώ να τρέμω μην πατήσω καμία τσίτα ώσπου να βάλει το λάστιχο στο τέλος να καθαρίσει. Και να μας δίνει και καμία κουταλιά από τα αυγά του με λεμονάκι, όπως ήταν, μέσα απ’την κοιλιά του αχινού κατ’ ευθείαν! Αξία ανεκτίμητη!

Τόσα χρώματα, μυρωδιές, ο ηλιοψημένος ιδρώτας στο αγνό μας δέρμα την ώρα του παιχνιδιού, το άρωμα του BU μου που σκορπούσα τριγύρω στα 16, όταν έφευγα για να πάρω το λεωφορείο ως το φροντιστήριο των θεωρητικών μαθημάτων μου που τόσο αγαπούσα από τότε.

Σήμερα δεν μένω πια σ’ αυτή τη γειτονιά, ούτε κι ο Βαγγέλης είναι μόνιμα εκεί γιατί σπουδάζει, ωστόσο οι γονείς μου είναι ακόμη εκεί, στο λατρεμένο μου πατρικό σπίτι. Στο τόσο, τόσο, ειλικρινά λατρεμένο, σπίτι μου. Η προγιαγιά μας η Χρύσα μας έχει από χρόνια αφήσει σε πολύ μεγάλη ηλικία, ο παππούς και η γιαγιά μας μετακόμισαν παραδίπλα, ο παππούς μας έφυγε κι εκείνος μόλις τον Σεπτέμβρη του '15… Ήρθε στη γειτονιά και ο θείος μου με τη γυναίκα του και έκαναν την ξαδερφούλα μας, μικρό παιδί τώρα κι αυτή στην ίδια γειτονιά που υπήρξαμε κι εμείς μικροί, μικρότατοι. Με άγνοια κινδύνου, με άγνοια εγνοιών.

Κι αν άλλαξαν τόσα, κι αν άλλαξαν κι άλλα, κι αν θ’ αλλάξουν ακόμη περισσότερα, οι μνήμες μου είναι πάντα εδώ, με συντροφεύουν και όπως είπα στην αρχή, με αποτελούν. Με αποτελεί το κορίτσι που υπήρξα, γιατί μέσα μου το’ χω, απ’ αυτό ξεπετάχτηκα, κοπέλα τώρα, και είμαι ό, τι είμαι. Κι αν αυτό το κορίτσι μεγάλωσε σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή τη γειτονιά, έτσι είμαι εγώ, αυτή είμαι. Αυτή που τάιζε μια κατσικούλα, τη Φρόσω, που εμείς βέβαια την είχαμε ονομάσει έτσι!, με τα φύλλα της μουριάς, μαζί με τον Βαγγέλη, που μετά βίας τα φτάναμε τεντώνοντας τα χέρια μας…


Τώρα φεύγοντας από το σπίτι με το αυτοκίνητό μου, όταν το επισκέπτομαι, και περιμένοντας στο φανάρι του δρόμου μας για να βγω στον κεντρικό δρόμο, σκέφτομαι ότι είναι απίστευτο που είμαι οδηγός σε αυτόν τον δρόμο. Ότι οδηγάω…

Σ’ αυτόν τον δρόμο, εγώ, οδηγάω!

Ευχαριστώ, Πέτρα, γιατί το δρώμενό σου σήμερα μου θύμισε υπέροχα πράγματα. Γλυκόπικρα :)

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

25 Λέξεις #5 - Η συμμετοχή μου



Θυμήθηκα τη μυρωδιά στο υπνοδωμάτιό σου
Εγώ να εξερευνώ γραμματόσημα με τον μεγεθυντικό φακό,
Κάτω απ’τις γρίλιες του σφαλιστού παραθυριού.
Εσύ να λες δεν ανοίγεις,
Χαρίζεις τον ήλιο στα τριαντάφυλλα…


Αφιερωμένο στον παππού μου τον Γιάννη, που έφυγε με το παράπονο πως δεν έγινα, τελικά, φιλοτελίστρια. 
Πληροφορίες για το δρώμενο "25 Λέξεις", εδώ.
Να έχετε μία χαρούμενη εβδομάδα :)

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

"Η Σοφίτα..." - Πρώτη Συνέχεια Διηγήματος



Καλημέρα σας αγαπητοί μου και καλή εβδομάδα! Σας παρουσιάζω παρακάτω την πρώτη συνέχεια του διηγήματος «Η Σοφίτα», που πέρασε από το χέρι μου. Για περισσότερες πληροφορίες για το δρώμενο επισκεφθείτε το blog της Μαρίας Νικολάου «Το Κείμενο».

Πρόκειται για ένα νέο συλλογικό διήγημα, το οποίο θα γραφτεί σε συνέχειες από bloggers οι οποίοι δήλωσαν συμμετοχή. Δικό μου κομμάτι είναι το παρακάτω, η πρώτη συνέχεια μετά από το αρχικό κείμενο της Μαρίας Νικολάου, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε και πάλι εδώ, στην ίδια ανάρτηση με την παραπάνω.

Ανυπομονώ να διαβάσω και τις υπόλοιπες συμμετοχές και να δω πού θα καταλήξει η υπόθεση. Καλή ανάγνωση και, Αριστούλα που θα συνεχίσεις μετά από εμένα, σου εύχομαι καλή έμπνευση :)


2.
ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ


                Ο κρότος του παραθύρου που άνοιξε βίαια απ’ τον άνεμο και τη βροχή που είχε δυναμώσει τώρα αισθητά, την επανέφερε στην πραγματικότητα: σηκώθηκε απ’ το πάτωμα τρομαγμένη και προσπάθησε να το κλείσει. Απόλυτη ησυχία απλώθηκε και πάλι στον χώρο. Μουδιασμένη και χωρίς να μπορεί να συγκεντρώσει τη σκέψη της κάπου, ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της στο τζάμι που αναμετριόταν με το νερό τ’ ουρανού.
Η εικόνα του χωριού που ίσα ίσα διακρινόταν πίσω απ’ τη βρεγμένη επιφάνεια ξαφνικά της ζέστανε την ψυχή. Ό, τι και να είχε συμβεί, εκεί μεγάλωσε. Σ’ αυτά τα δρομάκια περπάτησε, έπαιξε, έζησε. Πόσες αναμνήσεις ξυπνούν μ’ έναν χώρο, πόσες αισθήσεις κι αισθήματα, λες κι η αύρα του τρυπώνει μέσα σου, σε καθίζει κάτω και σου διηγείται ιστορίες…
                Η Σόφη έστρεψε το βλέμμα της ξανά προς το σεντούκι. Το πλησίασε και έπιασε στα χέρια της ξανά τις καρτ ποστάλ και το γράμμα του πατέρα της, με την καρδιά της λιωσμένη απ’ τη συγκίνηση.
«Γιώργος»…
Ένας Γιώργος που δεν αγαπήθηκε αρκετά. Που η ίδια του η κόρη, το αίμα του, δεν τον αγάπησε αρκετά. Δεν λάτρεψε τη μορφή του, δεν τον αναζήτησε στο πλήθος, δεν ανακουφίστηκε στην αγκαλιά του ποτέ. Δεν μύριζε πώς μυρίζουν τα ρούχα του μετά την εργασία στην αυλή. Δεν άκουσε τη φωνή του να σχηματίζει τ’ όνομά της, δεν τη μάλωσε, δεν έκλαψε κι εκείνη εξ αιτίας του ποτέ. Δεν τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό στο σπίτι μετά τη δουλειά, δεν του χάρισε δώρα, δεν τον είδε να κοιμάται. Δεν τον ερωτεύτηκε όπως κάθε κορίτσι ερωτεύεται, θαυμάζει τον πατέρα του. Δεν καυχήθηκε για εκείνον. Δεν τον λογάριασε πριν τις πράξεις της που τελικά την πόνεσαν. Δεν τον είχε εκεί για να τη συμβουλέψει. Ή για να της πει έναν αγαπημένο λόγο παρηγοριάς.
«Με αγάπη, Γιώργος»…
                Η Σόφη ένιωθε εγκλωβισμένη σ’ ένα μεγάλο ρολόι, να σκοντάφτει στους δείκτες του καθώς εκείνοι γυρίζουν προς τα πίσω, πίσω και πίσω. Πίσω σ’ ένα παρελθόν, μιας αγάπης χωρίς μυρωδιά που όμως, τώρα γινόταν απτή. Τα γράμματα αυτά, με τον γραφικό χαρακτήρα του χεριού του ανθρώπου που –μισά, την αποτελεί, ήταν επιτέλους κάτι χειροπιαστό από εκείνον. Ένα κομμάτι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μητέρα της δεν της είχε αναφέρει τίποτα γι’ αυτά τα γράμματα, όμως εκείνες τις στιγμές η απορία αυτή δεν την απασχολούσε τόσο, όσο η ανακάλυψή της η ίδια. Το σώμα της ανακάλυψης, που ήταν ό, τι πιο κοντινό σε σώμα είχε από εκείνον. Από τον Γιώργο… τον πατέρα της. Τον πατέρα της τον Γιώργο. Που ήταν άνθρωπος κι αυτός, είχε υπάρξει. Και ποτέ της πριν δεν είχε μπει στη διαδικασία ν’ αναρωτηθεί για εκείνον τίποτε. Όσα της έλεγαν, τα ελάχιστα εκείνα, της ήταν αρκετά. Πώς μπόρεσε;
                Μ’ ευλάβεια ανασήκωσε και διάβασε όλες τις κάρτες και το γράμμα ξανά και ξανά, ώσπου σχεδόν το απομνημόνευσε. Ύστερα έκλεισε το σεντούκι αφήνοντάς τα απ’ έξω, τα κράτησε μετά στην αγκαλιά της και προχώρησε έξω από τη σοφίτα. Πώς είχε γίνει και είχε ανέβει τόσο ελάχιστες φορές στη ζωή της σε αυτή την αποθήκη; Βρισκόταν μέσα στο ίδιο της το σπίτι, κι όμως ποτέ δεν θυμάται να είχε δουλειά εκεί πάνω. Δεν τύχαινε, δεν συνέβαινε. Της πέρασε από το μυαλό πως ίσως είναι πολλά τα ύποπτα, τα «περίεργα», αυτά που δεν παρατηρούσε ότι συνέβαιναν, τελικά.
Αφού διέσχισε και πάλι τον διάδρομο που οδηγούσε στο καθιστικό, ακούμπησε με την πλάτη στο σκονισμένο σκρίνιο της μάνας της, το καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι με σχέδια, και διάβασε τις κάρτες άλλη μία φορά. Ωστόσο το περιεχόμενό τους δεν άλλαζε, κι ούτε μπορούσε κανείς με τις αναγνώσεις να διακρίνει κάτι πίσω απ’τα γραμμένα. Ήταν τυπικά γράμματα, που εξηγούσαν σύντομα ότι ήταν όλα εντάξει και σπάνια, όταν αποφάσιζε να είναι λιγότερο φειδωλός στα λόγια, έγραφε και μία κουβέντα για κάποιο επεισόδιο με τους συναδέλφους του, στο πλοίο με το οποίο διέσχιζε τις θάλασσες. Τα μάτια της Σόφης έτσουξαν στην υπενθύμιση του τρομακτικού τέλους του, να τον παρασύρει η θάλασσα έξω από το πλοίο και να χαθεί από προσώπου γης, μες στα κύματα… Τραγικό και θλιβερό. Ξανακοίταξε τις ημερομηνίες.
Το τελευταίο χρονολογικά γράμμα του Γιώργου στη μητέρα της έφτασε στα χέρια της μετά τη γέννηση της ίδιας. Ήταν ξεκάθαρο, ο Γιώργος γνώριζε για τον ερχομό της κόρης του και ρωτούσε μάλιστα εάν ήταν καλά. Τα κομμάτια δεν ενώνονταν. Ο πατέρας της είχε ήδη χαθεί όταν γεννήθηκε εκείνη, έτσι γνώριζε όλη της τη ζωή. Δεν μπορεί. Η μητέρα και οι παππούδες της ήταν απόλυτα κάθετοι σε αυτό, το είχαν δηλώσει και δεν υπήρχε καν λόγος ή περίπτωση αμφισβήτησης. Η Σόφη δεν μπόρεσε να γνωρίσει τον πατέρα της γιατί απλούστατα, δεν τον πρόλαβε εν ζωή. Πώς θα μπορούσε τώρα, το πράγμα να είναι αλλιώς; Γιατί η μητέρα της να της είχε αποκρύψει οτιδήποτε; Και γιατί να διαστρέβλωσε την πραγματικότητα;
Ξαφνικά αισθάνθηκε προδομένη, ξεγελασμένη. Μόνη της. Ακούμπησε τη ματιά της γρήγορα ολόγυρα στο καθιστικό και σκέφτηκε πόσα μυστικά μπορεί να κρύβονταν στις ανήλιαγες γωνιές που εκείνη πάντα προσπερνούσε. Πόσα ακόμη; Δεν μπορούσε να καταλάβει, δεν μπορούσε να εξηγήσει, δεν μπορούσε να φανταστεί. Κι ούτε να δικαιολογήσει. Δεν χωρούν ψέματα σε μία δεμένη οικογένεια. Αν χωρούν, αυτομάτως οι δεσμοί κλονίζονται. Τα θεμέλια σκουριάζουν. Ταρακουνιούνται. Αλλάζουν τα πράγματα, οι σκέψεις. Η θεώρηση.
Οι σκέψεις της διαδέχονταν η μία την άλλη κι όμως κανένα σενάριο που έπλαθε με την φαντασία της δεν την κάλυπτε. Περπατούσε πάνω κάτω με το τελευταίο γράμμα του πατέρα της στα χέρια, ώσπου έφτασε και πάλι στη σοφίτα και κοίταξε τριγύρω μουδιασμένη.
Μια ξαφνική συνειδητοποίηση την έκανε να ανατριχιάσει. Το σεντούκι της γιαγιάς μπροστά της ορθωνόταν βαρύ, σκονισμένο και σκουριασμένο σε σημεία. Πάνω του σκαλισμένα σχέδια και παραστάσεις λουλουδιών, το καθιστούσαν αμιγώς γυναικείο. Κι έκρυβε, ομολογουμένως, γυναικεία μυστικά. Μυστικά τα οποία γυναίκες γνωρίζουν συνήθως. Και κινούν τα νήματα αναλόγως. Προσπαθώντας να μετρήσουν τις καταστάσεις και να λιγοστέψουν τον αριθμό των πληγέντων.
Το σεντούκι της γιαγιάς. Εκεί βρήκε τα γραμμένα χνάρια του πατέρα της η Σόφη πριν από λίγη ώρα. Μες στο σεντούκι της γιαγιάς. Γιατί; Γιατί εκεί; Δεν απευθύνονταν στη γιαγιά τα γράμματα. Δεν αποζητούσε εκείνης την απάντηση ο Γιώργος. Δεν χαιρέτιζε εκείνη, δεν ανησυχούσε για εκείνη, δεν ανυπομονούσε να γυρίσει σ’ αυτήν. Δεν ήταν αυτή η μάνα του νεογέννητου παιδιού του. Δεν ήταν αυτή στην οποία ποθούσε να επιστρέψει, να χτίσουν τη ζωή και να στηρίξουν την οικογένειά τους μαζί.
Γιατί βρίσκονταν οι κάρτες και το γράμμα στο σεντούκι της γιαγιάς και όχι σε κάποιο συρτάρι της μητέρας της, για παράδειγμα; Τα είχε φυλάξει η ίδια η μητέρα της για κάποιον λόγο εκεί; Ή μήπως η γιαγιά; Και αν τα φύλαξε η γιαγιά εκεί, σε ποια χρονική φάση το έκανε; Τα είχε δει η κόρη της ήδη, ή μήπως έπεσαν στα χέρια της πρώτα και αποφάσισε εκείνη για την τύχη τους; Αυτό θα σήμαινε πως η γιαγιά τα έκρυψε στο σεντούκι, δεν τα φύλαξε στο σεντούκι…
Μα το γιατί να το κάνει αυτό παρέμενε αναπάντητο. Ίσως να μην τον ήθελε τον Γιώργο η γιαγιά, τον τυχαίο ναυτικό αυτό που σύναψε σχέση με την κόρη της και την άφησε έγκυο μόνο και μόνο για να την εγκλωβίσει σε μία ρουτίνα αναμονής, αγωνίας και μοναξιάς. Ίσως να μην ήθελε η γιαγιά τέτοια ζωή για την κόρη της. Ίσως να προσπάθησε να την απομακρύνει από εκείνον κι αφού είδε και απόειδε, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Είχε όμως τέτοιο δικαίωμα; Έχει ο καθένας δικαιοδοσία να ορίζει τη ζωή των άλλων, ακόμη κι αν πρόκειται για τη ζωή των ίδιων του των παιδιών; Έχει ο καθένας μερτικό στις αποφάσεις που παίρνει ο Θεός για τον καθένα;
Η Σόφη αντιλαμβανόταν ότι το συμπέρασμα που έβγαλε για τη γιαγιά της ήταν μεν βάσιμο αλλά όχι σίγουρο. Το γράμμα θα μπορούσε να έχει καταλήξει στο σεντούκι της για κάθε αθώο λόγο. Αλλά και για κάθε ένοχο… Το σίγουρο είναι ότι ο πατέρας της δεν είχε πεθάνει ακόμα όταν εκείνη γεννήθηκε. Και ίσως, πάλι ίσως, να μην είχε πεθάνει καν, ποτέ… Γιατί όχι; Πώς ήξερε τώρα στα σίγουρα ότι ο πατέρας της δεν ζούσε, βαθιά ηλικιωμένος αλλά ζωντανός;
Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν και το στόμα της ήταν στεγνό. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τι να πιστέψει. Τι να κάνει. Είχε άλλωστε χάσει τόσο τη γιαγιά της όσο και τη μητέρα της και δεν μπορούσε να τους γυρέψει απαντήσεις.
Δεν ήξερε από πού να αρχίσει…

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Αδράνεια




Τα ζωηρά μυαλά δεν μπορούν την αδράνεια. Πρέπει να τρέφονται με νέες παραστάσεις, με συμβάντα και με συναισθήματα που να τα εμπνέουν.Τέτοιο μυαλό φοβάμαι πως έχω κι εγώ. Κι όσο προσπαθώ να γράψω (αν μη τι άλλο) και δεν τα καταφέρνω, είναι σαν κάποιος να με σκουντάει και να προσπαθεί να μου ανοίξει τα μάτια. Ορίστε τα συμπτώματα. Ανησυχώ για την ποιότητα ζωής που παρέχω στον εαυτό μου. Μήπως δεν μου ταιριάζει; Μήπως ζητάω παραπάνω; Και τι είναι αυτό που ζητάω τελικά;

Απόψε με προβληματίζει που δεν αισθάνομαι γεμάτη αυτόν τον καιρό. Βαριέμαι. Δεν έχω κάτι στο οποίο να προσβλέπω, δεν ανυπομονώ ούτε περιμένω κάτι. Δεν ονειρεύομαι. Με το να προσπαθώ να μην σχεδιάζω το μέλλον, το σήμερά μου δεν έχει τι να κάνει. Του λείπει το πλάνο και ο στόχος, και η γλύκα του σχεδιασμού και της ελπίδας. 

Δεν στριφογυρίζει κάτι στο μυαλό μου που να με κάνει να σκέφτομαι, να βρίσκω τρόπους, να εξελίσσομαι, να προβληματίζομαι, να με κάνει να προσπαθώ. Στερούμαι δημιουργικότητας και έμπνευσης. Θέλω αγωνία, εγώ τη θέλω την αγωνία και τη δράση.

Αγαπώ και την ηρεμία βέβαια, οπότε αν συμβεί κάτι δυσάρεστο θα μου λείψουν αυτές οι μέρες, αλλά πάλι, η επανάληψη με κουράζει. Όταν τίποτα δεν κινείται.

Είμαι βέβαια τυχερή που είμαι ερωτευμένη. Και ενώ εκτιμώ το ότι υπάρχει δίπλα μου ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε μία αρμονική - πιστεύω - σχέση, είμαι και πάλι ανήσυχη και ψάχνω αιτίες και ιδέες.

Δεν με νοιάζει να έχω να γράψω κάτι δικό μου, κάτι που βίωσα. Θέλω όμως να έχω υλικό βιωματικό για να το μετατρέψω σε ιστορία, ή σε κείμενο με σκέψεις, ή σε κείμενο με φανταστικές σκέψεις. Εγώ έτσι αξιολογώ τις μέρες μου, με βάση το αν μου δίνουν τροφή για σκέψη και άρα, για γράψιμο. Δεν μπορώ να βλέπω τον κέρσορα να αναβοσβήνει κι εγώ να μην έχω τι να πω. Σ' έναν κόσμο που υπάρχουν τόσα πράγματα για να πει κάποιος σ' έναν καημένο κέρσορα βιδωμένο αιωνίως στο Word, εγώ δεν μπορώ να είμαι σιωπηλή και οι μέρες μου δεν γίνεται να μην διαφοροποιούνται από ξημέρωμα σε ξημέρωμα.

Τονίζω, βέβαια, πως όλη αυτή η δυσάρεστη αίσθηση έρχεται σε κύματα και ίσως είναι απλώς της χρονικής αυτής περιόδου, εντελώς περαστική. Μου έχει ξανατύχει να νιώθω έτσι, μετά όμως το ξεπερνώ. Όμως αυτές τις μέρες το σκέφτομαι και πάλι έντονα.

Είναι πάλι η εποχή που αισθάνομαι ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές και κοιτάζω το τοπίο μου τριγύρω ανήσυχη. Μα δε γίνεται να μείνει έτσι αυτή η ζωή, χωρίς κάτι ξεχωριστό και ενδιαφέρον να διηγηθεί ανά πάσα στιγμή. 

Μία, άλλωστε, μας διατίθεται.